Συντάκτης: Μάκης Θεοδώρου

Χειμώνας στα Άγραφα
Ο Φεβρουάριος στα Άγραφα δεν αστιεύεται. Το χιόνι απλώνεται σαν λευκή θάλασσα πάνω από στις κορυφογραμμές, ο άνεμος σμιλεύει τις πλαγιές σε παγωμένα κύματα, και η Φτέρη, ένα από τα πιο άγρια και απομονωμένα σημεία της ορεινής Ελλάδας μεταμορφώνεται σε πεδίο δοκιμασίας για λίγους.


Σε αυτή τη χειμωνιάτικη αποστολή, ο οδηγός δεν είναι απλώς ένας έμπειρος ορειβάτης. Είναι ο Θωμάς Νταβαρίνος, ένας άνθρωπος που έχει σταθεί σε δύο κορυφές των Ιμαλαίων πάνω από τα 8000 μέτρα και σε δεκάδες άλλες σε όλο το κόσμο. Ένας άνθρωπος που γνωρίζει τι σημαίνει λεπτή γραμμή ανάμεσα στην πρόοδο και την υποχώρηση, ανάμεσα στη ζωή και τον κίνδυνο.


Ανάβαση Φτέρης
Η ανάβαση ξεκίνησε μέσα σε συνθήκες που θα έκαναν πολλούς να γυρίσουν πίσω πριν φορέσουν κραμπόν. Το χιόνι βαθύ, παγωμένο σε στρώσεις που έκρυβαν παγίδες. Οι πλαγιές απότομες, με κλίσεις που απαιτούσαν απόλυτη συγκέντρωση. Κάθε βήμα ήταν μια μικρή μάχη με το κρύο, τον άνεμο, την κούραση. Η Φτέρη με την απομονωμένη θέση της και την άγρια μορφολογία, γίνεται τον χειμώνα ένα βουνό που δεν επιτρέπει λάθη. Οι χαράδρες χάνονται μέσα στη λευκή ομίχλη, οι κορυφές μοιάζουν πιο μακρινές απ όσο δείχνει ο χάρτης και η σιωπή είναι τόσο πυκνή που ακούς την καρδιά σου να χτυπάει δυνατά.



Ξεκινήσαμε μια παρέα τεσσάρων ατόμων ένα παγωμένο πρωινό του Φεβρουαρίου, με τις χιονοπτώσεις των προηγούμενων ημερών να έχουν θάψει τα πάντα, ξεκινήσαμε να ανεβαίνουμε με αυτοκίνητο να φτάσουμε όσο πιο ψηλά μπορούμε για να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε πιο εύκολα την κορυφή. Αφού φορέσαμε αλυσίδες και στους τέσσερις τροχούς του τετρακίνητου οχήματος ξεκινήσαμε την περιπέτεια μας. Δεν ήταν πολυτέλεια ήταν όρος επιβίωσης. Στόχος μας τα Γούπατα στα 1600 μέτρα στη δυτική πλευρά της οροσειράς της Φτέρης, πάνω από το Λιθοχώρι Ευρυτανίας.




Ένα σημείο που το χειμώνα μοιάζει με αλπικό πέρασμα παρά με ελληνικό βουνό. Το χιόνι ήταν βαθύ που κατάπινε το δρόμο, ο πάγος γυάλιζε σαν λεπίδα και κάθε μέτρο κερδιζόταν με θόρυβο μετάλλου που έτριζε πάνω σε παγωμένες πλάκες. Παρά τις προσπάθειες, το όχημα κατάφερε να μας ανεβάσει μόνο μέχρι τα 1400 μέτρα. Από εκεί και πάνω, το βουνό έβαλε στοπ. Το χιόνι και ο πάγος σχημάτισαν ένα αδιαπέρασυο τείχος, όχι δρόμο. Ήταν το σημείο όπου η μηχανή σταματά και αρχίζει η πραγματική δοκιμασία. Το σημείο όπου καταλαβαίνεις ότι βρίσκεσαι σε αποστολή υψηλού κινδύνου, όχι σε απλή χειμερινή εξόρμιση.




Λίγο μετά το ξημέρωμα φτάσαμε στην περιοχή Γούπατα. Η μέρα μόλις ξυπνούσε, μα το βουνό ήταν ήδη σε επιφυλακή. Εκεί, μέσα στο λευκό απόλυτο, έπρεπε να ανασυνταχτούμε. Ο Θωμάς στάθηκε μπροστά μας, με εκείνη τη σιωπηλή βεβαιότητα ανθρώπου που έχει δει τον κόσμο από τα 8.000 μέτρα. Μας μίλησε για τους κινδύνους, για το χιόνι που δεν συγχωρεί, για τις πλαγιές που αλλάζουν χαρακτήρα μέσα σε λίγα λεπτά. Φορέσαμε τα κραμπόν στα πόδια, το πιολέ στο χέρι και με το Θωμά μπροστά ξεκινήσαμε. Στόχος να φτάσουμε στην κορυφή πριν το μεσημέρι, για να προλάβουμε να επιστρέψουμε πριν το σκοτάδι καταπιεί το βουνό.






Το χιόνι ήταν τόσο βαθύ που κάθε βήμα έμοιαζε με βύθιση. Μετά από μισή ώρα φτάσαμε στο ορειβατικό σταυροδρόμι, το σημείο όπου το βουνό σε αναγκάζει να πάρεις θέση. Δεξιά η εύκολη πλευρά, αριστερά η απότομη, η άγρια, η επικινδυνη ακόμη και το καλοκαίρι χωρίς χιόνι. Ο Θωμάς δεν άφησε τίποτα στην τύχη. Έκανε βαθιά τρύπα στο χιόνι. Κάτω από τους 40 πόντους φρέσκου χιονιού υπήρχε παλιό, παγωμένο στρώμα, πιθανή συνθήκη χιονοστιβάδας.




Κάναμε μια σύντομη σύσκεψη μέσα στο κρύο που τρύπαγε τα γάντια. Η απόφαση ήταν ξεκάθαρη, να ανέβουμε από τα αριστερά, από το δύσκολο κομμάτι, γιατί από τη δεξιά πλευρά μπορεί η ανάβαση να φαίνεται πιο εύκολη, όμως σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Θωμά Νταβαρίνου ο κίνδυνος να συναντήσουμε ή να προκαλέσουμε χιονοστιβάδα ήταν ορατός. Εκει τουλάχιστον ξέραμε τι αντιμετωπίζουμε.



Πήραμε την αριστερή γραμμή και πατώντας πάνω στο παγωμένο χιόνι αρχίσαμε τις τραβέρσες. Βήμα βήμα σαν να χαράζαμε μονοπάτι πάνω σε γυαλί. Με κόπο, με ένταση, με μυς που έκαιγαν, φτάσαμε σε έναν αυχένα όπου το χιόνι ήταν λιγότερο. Μικρή ανάσα αλλά όχι ασφάλεια.





Η κούραση είχε αρχίσει να γράφει στα πρόσωπα μας. Η πλαγιά ήταν απότομη, το κενό από κάτω απαγορευτικό. Κανείς δεν κοίταζε κάτω. Ο φόβος ήταν εκεί, καθαρός αληθινός. Μας κυρίευε, μα δε μας παρέλυε. Ο Θωμάς γύριζε το κεφάλι και μια ήρεμη φωνή μας κρατούσε στο παιχνίδι. Σιγά σιγά, πίσω μου, πατάτε μόνο στα δικά μου βήματα “φώναζε”! Και συνεχίσαμε, σαν μια μικρή γραμμή ανθρώπων χαραγμένη πάνω σε μια λευκή, παγωμένη άβυσσο.





Το τελευταίο ανέβασμα ήταν άλλο επίπεδο. Περπατούσαμε λίγα μέτρα πιο μέσα από το φρύδι της κορυφογραμμής, εκεί όπου το χιόνι δεν είναι απλώς βαθύ, είναι ύπουλο. Παγωμένο, γυαλιστερό, έτοιμο να σε πετάξει στο κενό με ένα λάθος πάτημα. Κάθε βήμα έτριζε, κάθε κίνηση είχε βάρος. Η πλαγιά γλιστρούσε σαν να ήθελε να μας ξεφορτωθεί. Ο αέρας χτυπούσε το πρόσωπο, το χιόνι έσπαγε κάτω από τα κραμπόν και η κορυφογραμμή φαινόταν κοντά, αλλά όχι αρκετά κοντά για να νοιώσεις ασφαλής. Ήταν το σημείο όπου η ένταση δεν κρύβεται. Τι νοιώθεις στα πόδια, στα χέρια, στο στήθος.




Όσο αναβαίναμε την κορυφογραμμή η θερμοκρασία έπεφτε αρκετούς βαθμούς κάτω από το μηδέν και ο άνεμος άρχισε να φυσάει με μανία, ίσα που μπορούσαμε να σταθούμε όρθιοι. Κάθε βήμα και ένας αναστεναγμός, κάθε ανάσα και ένας φόβος, ο μόνος που ήταν ψύχραιμος ο οδηγός μας ο Θωμάς με τις αμέτρητες εμπειρίες στην πλάτη του. Αυτός που μας βοηθούσε ψυχολογικά να ξεπεράσουμε όλες τις φοβίες που είχαμε.




Λίγα μέτρα πριν τη κορυφή ο Θωμάς σταμάτησε. Η φωνή του ήταν σταθερή, χωρίς ίχνος δισταγμού. Εδώ δενόμαστε, από εδώ και πάνω ένα γλίστρημα δεν συγχωρεί. Βγάλαμε το σκοινί, δεθήκαμε ο ένας πίσω από τον άλλον, σαν μια ανθρώπινη λεπίδα. Ήταν η στιγμή που καταλαβαίνεις πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στην κορυφή και στο κενό. Με το σκοινί τεντωμένο, με τα βήματα καρφωμένα πάνω στα ίχνη του Θωμά συνεχίζαμε, αργά, μετρημένα, σαν να περπατούσαμε πάνω σε παγωμένο σύρμα. Και έτσι η αδρεναλίνη χτυπόντας κόκκινο και το βουνό να μας παρακολουθεί σιωπηλό, ανεβήκαμε τα τελευταία μέτρα προς τη Φτέρη.



Σε τέτοιες συνθήκες, η παρουσία του Θωμά Νταβαρίνου δεν είναι απλώς καθησυχαστική, είναι καθοριστική. Η εμπειρία του από τα Ιμαλάια, από υψόμετρα όπου ο αέρας αραιώνει και η ανθρώπινη αντοχή δοκιμάζεται στα όριά της, μεταφέρεται εδώ, στα ελληνικά βουνά, σαν μια ορατή ασπίδα. Ξέρει πότε το χιόνι μιλάει. Ξέρει πότε μια πλαγιά είναι ασφαλής και πότε κρύβει αστάθεια. Ξέρει πότε η ομάδα πρέπει να συνεχίσει και πότε πρέπει να σταματήσει, να αναπνεύσει, να ξαναδιαβάσει το βουνό.Η διαδρομή προς την κορυφή απαιτούσε τεχνικές κινήσεις, σταθερότητα και ψυχραιμία. Υπήρχαν σημεία όπου το χιόνι έσπαγε κάτω από τα πόδια, άλλα, όπου ο άνεμος έσπρωχνε το σώμα σαν να ήθελε να το ξεριζώσει από την πλαγιά. Η θερμοκρασία έπεφτε συνεχώς και η μέρα ήταν μικρή, κάθε λεπτό είχε αξία. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σκληρότητα, υπήρχε μια παράξενη ομορφιά. Η αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε ένα τόπο που παραμένει άγριος, αδάμαστος, αληθινός. Έναν τόπο που σε δέχεται μόνο αν τον προσεγγίσεις με σεβασμό.



Η κορυφή
Όταν η ομάδα έφτασε στη κορυφή της Φτέρη στα 2127 μέτρα, δεν υπήρξαν πανηγυρισμοί. Μόνο μια βαθιά σιωπηλή αναγνώριση του τι είχε προηγηθεί. Μια στιγμή που δεν ανήκει στη φωτογραφία, αλλά στην καρδιά, Η ανάβαση αυτή δεν ήταν μια απλή χειμερινή εξόρμιση. Ήταν μια αποστολή υψηλού κινδύνου, μια υπενθύμιση ότι τα ελληνικά βουνά, όταν ντύνονται λευκά, μπορούν να σταθούν ισάξια με τις πιο απαιτητικές ορεινές εμπειρίες του κόσμου.. Και ήταν πάνω απ΄όλα , μια απόδειξη ότι όταν η γνώση, η εμπειρία και ο σεβασμός συναντιούνται, τότε ακόμη και οι πιο δύσκολες κορυφές γίνονται προσεγγίσιμες. Και να έχουμε πάντα κατά νου ότι, όποιος ανεβαίνει στις κορυφές δεν τις κατακτά, απλά μπορεί να σταθεί πάνω τους για κάποιες στιγμές.






Στο παρακάτω βίντεο δείτε αυτή την απίστευτη εμπειρία της ανάβασης στην κορυφή της Φτέρης Αγράφων: